
Ο Ερωτευμένος Γάτος
Ήταν Χειμώνας και χάραμα στην άκρη του δάσους. Τα νησιά της ομίχλης ανέρχονταν στα σύνορα του κόσμου κι οι ασημένιοι καταρράχτες έμοιαζαν λόγια παγωμένα στη μέση μιας φράσης. Το φρέσκο χιόνι ακουμπούσε απαλά πάνω στη γη κι η ησυχία αόρατη στρώση από πάνω. Στο αγροτόσπιτο όλα ήταν ήσυχα ακόμα και κοιμισμένα. Το ίδιο κι ο Βαγγέλης, ο σκύλος, ο βαρέλας με το βραχνό του γαύγισμα. Μα στο ξάφνιασμα της μέρας μια μυρωδιά που κουβαλούσε μνήμες αγριοσύνης τρύπωσε στα ρουθούνια του και τον έκανε να σηκώσει πρώτα το μαλλιαρό κεφάλι του κι έπειτα το βαρύ, μαχμουρλίδικο σώμα του. Βγήκε έξω απ’ τον μικρό στάβλο όπου φώλιαζε τα κρύα βράδια και πατώντας άτολμα το αφράτο χιόνι ακολούθησε το νήμα της οσμής. Και δεν άργησε ν’ ανακαλύψει την πηγή της. Πάνω στο χιόνι ήταν πεσμένο κάτι μικρό, μαύρο και ζωντανό ακόμα.
Ο Βαγγέλης ψυχοπονιάρης γίγαντας του σκυλόκοσμου λυπήθηκε το μαύρο γούνινο κουβάρι και παίρνοντας το απαλά στο στόμα το κουβάλησε ως το σπίτι της κυράς του. Το απίθωσε στο κατώφλι και κοίταξε την κλειστή πόρτα γαβγίζοντας της βραχνά.
Όταν η Μαρία άνοιξε την εξώπορτα ταραγμένη απ’ το άκαιρο ξύπνημα, τράβαγε ακόμα πάνω της εκείνη τη ρόμπα, την κόκκινη με τα κεντημένα λουλούδια που την έκανε να μοιάζει με κήπο. Κι εκεί που ήταν έτοιμη να κατσαδιάσει το μαντρόσκυλο της που την ξύπναγε χωρίς λόγο πριν απ’ τα κοκόρια, το μάτι της έπεσε μπροστά στα πόδια της.
Με τα μαλλιά ξέμπλεκα να πέφτουν χρυσή κουρτίνα στ’ όμορφο αγουροξυπνημένο πρόσωπο η Μαρία σήκωσε το μικρό πλάσμα που χωρούσε στη χούφτα της κι ήταν ελαφρύ σα πούπουλο, μονάχα μαύρη γούνα και κοκαλάκια.
«Έλα παναγιά μου! Που βρέθηκες εσύ εδώ;», είπε και σαν η ζέστη του χεριού της να το ζωντάνεψε ένα μικρό καρβουνοκεφαλάκι με δυο μάτια ζαφείρια γύρισε και την κοίταξε.
«Μωρέ.., το καημένο!», είπε και χάιδεψε μια υγρή μουσούδα, «Πάμε να σε ζεστάνω και να σου βρω λίγο γάλα πριν ψοφήσεις».
Από κείνο το χάραμα ένας καινούργιος ένοικος προστέθηκε στο αγροτόσπιτο στην άκρη του δάσους. Και καθώς ζωντάνευε και ξεθάρρευε αναστημένος από την στοργή της Μαρίας, μέσα απ’ την απαλή γούνα και τα εύθραυστα κοκαλάκια ξεπήδησε ένας μαύρος γάτος, γεμάτος ζωή. Ένας γάτος που καθώς ο καιρός περνούσε αγάπησε την κυρά του με τον ασίγαστο, παράφορο έρωτα των μαύρων γάτων.
Κι όσο για το όνομα του…, αυτό του το ‘δωσε η Μαρία τη μέρα που πήγε και χώθηκε μέσα στο σακί με τ’ αλεύρι και βγήκε σα πέστροφα για το τηγάνι. Φαρίνας. Φαρίνας ο άταχτος, ο γοργοπόδαρος, ο ποντικοσφάχτης, ο ερωτιάρης.
Και δεν υπήρχε μεγαλύτερη ευτυχία για τον Φαρίνα από τις ήρεμες ώρες του απομεσήμερου όταν η κυρά του τον έπαιρνε στην αγκαλιά της και τον χάιδευε τρυφερά τραγουδώντας με κείνη τη φωνή, γλυκιά σαν ταξιδιάρικη αύρα, που ξύπναγε τις φρυγανισμένες ψυχές κι έκανε πλάσματα αχόρταγα στην αγάπη όπως ο Φαρίνας να σπαρταρούν. Έτσι του τραγούδαγε για τόπους, χρόνους κι αγάπες ώσπου ο ήλιος ρόδιζε και τα δέντρα σκοτείνιαζαν. Ώσπου ο Φαρίνας ένιωθε πως η καρδιά του θα κομματιαζόταν από ευτυχία.
«Ψάξε να βρεις μια γάτα ν’ αγαπήσεις. Η κυρά μας δεν είναι για σένα. Δεν ήρθε η ώρα της ακόμα ν’ αγαπήσει κι όταν το κάνει θα ‘ναι γι’ άνθρωπο, όχι για γάτο», έλεγε στον Φαρίνα ο Βαγγέλης με πατρική φωνή μπας και του βάλει μυαλό αλλά που ν’ ακούσει εκείνος. Το πέπλο του έρωτα έπεφτε αδιάκοπα στα μάτια της γατοψυχής του κάνοντας τον ν’ απαντά με στόμφο:
«Έτσι λες εσύ που την καρδιά σου τη χάρισες στο πιάτο. Που να καταλάβεις απ’ αγάπη!»
Όμως ο Βαγγέλης καταλάβαινε και τον κοίταζε σκυθρωπός μέσα απ’ τα ζεστά καστανά του μάτια περιμένοντας πότε θα γινόταν το κακό.
Και το κακό ήρθε ένα Φθινόπωρο όταν η Μαρία γυρνώντας από το χωριό με τα σακιά τ’ αλεύρι έφερε κι έναν άντρα μαζί της. Έναν ψηλό μελαχρινό με τετράγωνους ώμους και βαριά φωνή. Μ’ ένα χαμόγελο πλατύ σαν ποταμό.
Απ’ την αρχή ο Φαρίνας μίσησε τον Διονύση. Από την πρώτη στιγμή που ένιωσε πάνω του την παράξενη οσμή του κυνηγού τον φοβήθηκε και του ‘δειξε δόντια και νύχια. Μα όταν είδε να του κλέβει την ευτυχία του, τα απομεσήμερα του στην αγκαλιά της Μαρίας και τα τραγούδια της, λύσσαξε.
«Βρες μια γάτα ν’ αγαπήσεις», ξανάλεγε ο Βαγγέλης τη μέρα που ο Φαρίνας έφυγε να βρει τη μάγισσα των γάτων. Μα εκείνος κλεισμένος στο καβούκι του απέλπιδου έρωτα και της ζήλιας δεν απάντησε. Μπήκε στο δάσος κι έξαψε για το λημέρι της μάγισσας που ‘ξερε τις πιο μεγάλες μαγγανείες της γατοκοινωνίας, γυρεύοντας τη σκοτεινή βοήθεια της.
Τη βρήκε με τον μοβ φιόγκο του θανάτου στο λαιμό να μαγειρεύει μαυρισμένες τσουκάλες με ποντικοουρές και νυχτεριδόγλωσσες. Να ψέλνει τα πανάρχαια νιαουρίσματα της κάτω από ποντικοκεφαλές και ξεραμένα καναρίνια που αιωρούνταν άψυχα απ’ το χαμηλό ταβάνι της υπόγας της.
«Είσαι σίγουρος ότι αυτό θες μαύρε;», τον ρώτησε όταν της άνοιξε την καρδιά του.
«Ναι», απάντησε χωρίς σκέψη. Ναι…
Οι πορτοκαλιές ρίγες της μάγισσας των γάτων ρίγησαν.
Μέσα απ’ τα σκοτάδια του λαγουμιού της, του έφερε τη λεκάνη με το μαύρο πηχτό κατράμι.
«Βάλε πατούσες και νύχια εδώ και θα ‘χεις αυτό που ζητάς. Μα πρόσεχε! Να ‘σαι σίγουρος ότι αυτό που θα συμβεί, είναι αυτό που θέλεις».
«Ναι», ξανάπε ο Φαρίνας κι έβρεξε τις πατούσες του στο μίασμα.
«Τράβα τότε», του ‘πε η μάγισσα κι εκείνος γύρισε χαρούμενος και μοχθηρός στο αγροτόσπιτο για πρώτη φορά τριβόμενος παθιάρικα στις μπότες του Διονύση.
«Για δες τον! Τι έπαθε ξαφνικά τούτος ‘δω;», μουρμούρισε ο Διονύσης στη Μαρία απορημένος.
«Φαίνεται πως σε συνήθισε», απάντησε εκείνη χαμογελώντας που ο αγαπημένος της άντρας έγινε μέρος του σπιτικού της κι ο αγαπημένος της γάτος τον δέχτηκε τελικά.
Μα μόλις ο Διονύσης έσκυψε να χαϊδέψει τον Φαρίνα εκείνος σήκωσε το πόδι με τα κατάμαυρα νύχια-βελόνες και του χαράκωσε βαθιά το χέρι.
«Μη! Βρωμόγατο», φώναξε η Μαρία κι έτρεξε να δει το χέρι του Διονύση που μάτωσε. Χάντρες αίμα κυλούσαν απ’ τα δάχτυλα του.
«Μπα, πανάθεμα σε άτιμε γάτε!», καταριόταν η Μαρία μα ο Φαρίνας δεν έδινε σημασία. Κοιτούσε τον πληγωμένο άντρα με προσμονή, σίγουρος τώρα πως τα μάγια που ‘χε ρίξει στην κυρά του θα διαλυόταν κι εκείνη θ’ άνοιγε πάλι την αγκαλιά της μοναχά για εκείνον.
Ο Διονύσης σύντομα αρρώστησε και κάθε μέρα που περνούσε το δηλητήριο της μάγισσας του ‘τρωγε το κορμί μ’ έναν φλεγόμενο πυρετό. Η καρδιά του χτυπούσε μέρα με τη μέρα όλο και πιο αδύναμα, όλο και πιο απαλά αλλά η χαρά που τόσο επιθυμούσε ο Φαρίνας δεν επέστρεφε. Σα να ‘χε πέσει σε μια δίνη σκοτεινή η καρδιά της Μαρίας βυθιζόταν κι εκείνη σε μια θάλασσα πίκρας. Η φωνή της στέρεψε, τραγούδι δεν ξανακούστηκε κι η ομορφιά της άρχισε να λιώνει πλάι στο χλωμό στήθος του Διονύση που αγκομαχούσε και πάλευε με το φαρμάκι.
Ο γάτος νιαούριζε, γουργούριζε αποζητώντας το χάδι της κυράς του και τα γλυκά της μάτια, μα εκείνη έμοιαζε πια νεκρή. Ο Φαρίνας νιαούριζε και τριβόταν κι ο Βαγγέλης τον παρακολουθούσε λυπημένος. Ώσπου ήρθε ένα πρωί που ο γάτος σηκώθηκε, πήδησε στην άκρη του κρεβατιού του σαβανωμένου με θλίψη και κοίταξε. Κι επιτέλους είδε!
Η Μαρία κοιμόταν αποκαμωμένη από την κούραση κοντά στον άντρα της με την απελπισία χαραγμένη στο πρόσωπο. Την απελπισία της αγάπης.
Κατάλαβε ο γάτος κι η καρδιά του έγινε κομμάτια αφήνοντας στη θέση της, τις τύψεις για το κακό που έκανε σε κείνη που τον ανάστησε, σ’ εκείνη που τον έθρεψε και που του τραγουδούσε τ’ απομεσήμερα της ζωής του.
Έτρεξε στη σιγαλιά του πρωινού να βρει στις γρηγορούσες σκιές της νύχτας τη μάγισσα να της ζητήσει να πάρει πίσω το κακό που έκανε. Μα εκείνη σκληρή σα πέτρα κούνησε το κεφάλι και του ‘πε όχι!
«Σε προειδοποίησα ανόητο γατί! Να το σκεφθείς καλά σου είπα. Ορίστε τώρα. Έρχεσαι και μου ζητάς να πάρω πίσω τα μάγια. Μα δεν μπορώ. Κανείς δεν μπορεί. Μονάχα…», είπε και στην τελευταία λέξη οι ρίγες της γούνας της ρίγησαν σαν τα κυματάκια μιας ενοχλημένης λιμνούλας.
Ο Φαρίνας κοίταξε όλο ελπίδα.
«Μονάχα η μεγάλη θεά μπορεί να σε βοηθήσει πια».
«Και που θα την βρω;», ρώτησε μ’ αφέλεια εκείνος.
Η μάγισσα άφησε ένα κοφτό νιαούρισμα που στη γλώσσα των ανθρώπων θ’ ακουγόταν σαν ειρωνικό γέλιο.
«Στην άκρη του κόσμου! Στην καυτή γη πέρα απ’ τα σύνορα της ομίχλης!», απάντησε.
Ο Φαρίνας έσκυψε το κεφάλι για μια στιγμή, μαστίγωσε νευρικά τον αέρα με την ουρά του κι έπειτα δίχως λέξη άρχισε να τρέχει, να τρέχει και να τρέχει στις ερημιές του κόσμου αναζητώντας μονοπάτια πάνω από ψηλά βουνά και δάση απροσπέλαστα. Με την καρδιά του να ‘χει απομείνει πίσω στη Μαρία έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αγνοώντας τις ταλαιπώριες, περνώντας ποτάμια και θάλασσες με σκυλοπνίχτες και διασχίζοντας τους δρόμους πολυάνθρωπων, τρομαχτικών πόλεων.
Ώσπου έφτασε σε τόπους άγονους που στέναζαν κάτω απ’ τον ήλιο λιώνοντας ανελέητα στην ατέλειωτη λαύρα. Ξεθεωμένος βρήκε το άγνωστο ιερό της μάνας όλων των γάτων και στο δροσερό γεμάτο σκόνη λησμονιάς εσωτερικό του έσυρε τα βήματα του και προσευχήθηκε για λύτρωση.
Οι σκιές πίσω απ’ τις κολώνες του ναού συμπτύχθηκαν κι απ’ την μαύρη οροφή έσταξαν σιγανά νιαουρίσματα και τρομαχτικά γουργουρητά. Ο Φαρίνας μαζεύτηκε τρομαγμένος και κοίταξε γύρω του τον άδειο χώρο καθώς οι τρίχες της γούνας του ορθώθηκαν παρά τη θέληση του. Μια γιγάντια γατοσκιά πήδησε στον τοίχο μπροστά του.
Αλαφιασμένος άκουσε τη φωνή της.
«Αυτό που ήρθες να ζητήσεις είναι βαρύ γιε μου».
Μια γλυκιά, βαθιά κατανόηση τύλιξε την ψυχή του στο άκουσμα της φωνής. Έσκυψε το κεφάλι ταπεινά.
«Ναι μάνα, μα το ίδιο και το κακό που έκανα», ψιθύρισε.
«Αλήθεια είναι γιε μου, αλήθεια… Κι αν τώρα βαστάει η καρδιά σου πρέπει να πληρώσεις γι’ αυτό», είπε η γατομάνα.
«Θα πληρώσω», απάντησε χωρίς δισταγμό ο Φαρίνας.
«Κάθε γάτος γιε μου, έχει εφτά ζωές να ζήσει, εφτά ψυχές να λιώσει. Το ίδιο κι εσύ. Αν επιθυμείς ν’ αντιστρέψεις το κακό που έκανες και να γλιτώσει τον τάφο εκείνος ο άνθρωπος πρέπει να του χαρίσεις τις έξη απ’ αυτές».
Εφτά ψυχές έχουν οι γάτοι, εφτά ζωές να λιώσουν κι ο Φαρίνας με τη σκέψη στη Μαρία του, στα τραγούδια του απομεσήμερου, έδωσε τις έξη. Μια να μου μείνει να την ακούω να τραγουδά ευτυχισμένη μου φτάνει, σκέφτηκε.
Η γατοσκιά στον τοίχο κουλουριάστηκε κι έγινε μια μαύρη τρύπα στον τοίχο του ναού των γάτων και πίσω της, μόνη στο αδιαπέραστο σκοτάδι είδε μια φωτιά αναμμένη μπρος απ’ ένα βωμό. Πάνω στο βωμό υπήρχαν ακουμπισμένα εφτά κόκκινα κουβάρια από μάλλινη κλωστή. Εφτά μάλλινες μπάλες απ’ εκείνες που λιγουρεύονται τα γατόπουλα όταν είναι μικρά.
«Κάνε αυτό που πρέπει λοιπόν», είπε μια φωνή μέσα του.
Ο Φαρίνας πλησίασε το βωμό και πηδώντας πάνω του έσπρωξε με την πατούσα του έξη κουβάρια στην πυρά. Κι οι έξη ζωές του κάηκαν.
Έτσι, χωρίς λύπη πια, λίγο πιο ανάλαφρος ο Φαρίνας, έφυγε απ’ το ναό των γάτων κι έκανε το μακρύ ταξίδι του γυρισμού σίγουρος ότι η κυρά του όμορφη, ευτυχισμένη πάλι θα τον περίμενε τραγουδώντας στην άκρη του δάσους.
Και πέρασε πάλι τις πόλεις, τις θάλασσες και τα ποτάμια, τα δάση και τις ερημιές ώσπου ένα χάραμα χειμερινό να φτάσει αγκομαχώντας πίσω στο αγροτόσπιτο. Μα οι ταλαιπώριες τον είχαν προφτάσει κι αυτές. Ο Φαρίνας είχε κουραστεί και λίγο πριν τον φράχτη τα γοργοπόδαρα του λύγισαν στο αφράτο χιόνι.
Ο Βαγγέλης πλησίασε κι είδε τον γάτο στο χιόνι όπως τότε εκείνη τη μέρα που τον είχε ανακαλύψει γατί, ψόφιο σχεδόν. Τον πήρε πάλι λυπημένος και ψυχοπονιάρης στο στόμα του και τον κουβάλησε στο σπίτι.
Και με το βραχνό του γαύγισμα σήκωσε τον κόσμο.
Η πόρτα άνοιξε κι ένας άντρας στάθηκε πάνω απ’ τον Φαρίνα. Ο γάτος είδε τον Διονύση κι η ελπίδα ξαναγεννήθηκε. Τώρα η κυρά μου θα ‘ρθει να με μαζέψει, σκέφτηκε κι άφησε ένα παραπονεμένο νιαούρισμα σα συγνώμη. Μα η Μαρία δεν ήρθε. Ο Διονύσης τον μάζεψε αμίλητος και θλιμμένος. Τον πήρε στην αγκαλιά του και κάθισε λυπημένος στην καρέκλα που άλλοτε καθόταν εκείνη.
«Πέθανε γάτε..., πέθανε απ’ τη λύπη της για ‘μένα. Πέθανε που δεν ήσουν εκεί να μοιραστείς τον πόνο της. Πέθανε…», ψιθύρισε ο άντρας αφηρημένα και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο.
Οι γάτοι δεν μπορούν να κλάψουν, να βγάλουν δάκρυα όπως οι άνθρωποι κι αυτό κάνει τον πόνο πιο μεγάλο κι απ’ τον ήλιο.
Αγκομαχώντας, μ’ ότι του ‘χε απομείνει τότε, ο Φαρίνας προσευχήθηκε ξανά στη μεγάλη γατομάνα μια τελευταία ευχή. Και κάπου μακριά, στην άκρη του κόσμου ένα κατακόκκινο κουβάρι κύλησε απ’ έναν βωμό και έπεσε μέσα σε μια πυρά.
Το πνεύμα του Φαρίνα λευτερώθηκε απαλά απ’ τα δεσμά της σάρκας και της γούνας, πέταξε για τον ουρανό που φώτιζε το χάδι της καινούργιας μέρας και στη σιγαλιά του κρυσταλλένιου ουρανού συνάντησε το πνεύμα της αγαπημένης του Μαρίας που κυλούσε πίσω στον κόσμο των ζωντανών.
Μια αχτίδα φώτισε τις ψυχές, την ανθρώπινη και τη γατίσια που ενώθηκαν για μια στιγμή ψηλά πάνω απ’ τη γη κι ένα γλυκό τραγούδι έσπρωξε τη μια ψηλά και την άλλη χαμηλά.
Οι γάτοι πάνε, οι γάτοι έρχονται και σαν σκιές κοιτούν τους καιρούς των ανθρώπων. Γλύφουν το γάλα που στάζει απ’ τα τραπέζια της ζωής τους και κουλουριάζονται στις αγκαλιές τους ανταποδίδοντας μια αγάπη γεμάτη νύχια και μάτια κίτρινα που κοιτάζουν με τη δικαιοσύνη της ζούγκλας. Κι οι μαύροι γάτοι είναι οι πιο αδιάλαχτοι για τον πολιτισμό των ανθρώπων, οι πιο ατίθασοι και παράφοροι. Παράφοροι στην ελευθερία τους, παράφοροι στην αγάπη τους…
Το διήγημα αυτό είναι αφιερωμένο στον Φαρίνα, το πιο αγαπημένο απ' όλους του γάτους που πέρασαν από τη ζωή μου...