5 Απρ 2010

Μεγάλες προσδοκίες

Πάνω από το τσιμεντένιο φορτίο της πόλης, μαζί με την υγρή νύχτα και την άρρωστη λάμψη πέντε εκατομμυρίων φώτων έφτασε ξανά ο άνεμος. Αυτή τη φορά ήρθε από το Βορρά σαν την ανάσα ενός ανυπόμονου εραστή. Στροβιλίστηκε στους δρόμους της εξαντλημένης Αθήνας, ανάμεσα στα τσιμεντένια ρυάκια της και τις σκοτεινές πιλοτές.
Βγήκα στη βεράντα ανυποψίαστος, μαγνητισμένος από τη σιωπή μια πόλης που σα γκρινιάρα σύζυγος δεν σταματά ποτέ να μουρμουρίζει. Στάθηκα απέναντι από τον αποστεωμένο τύμβο της Ακρόπολης κοιτώντας την ακανόνιστη γραμμή των κτιρίων. Δεν ήξερα τι συνέβαινε. Συνέβαινε κάτι;
Ένιωθα τον άνεμο ν’ ανεβαίνει σε ριπές και να μου χτυπά την πλάτη μεταφέροντας μια αίσθηση ανεξέλεγκτης δύναμης, σχεδόν χαρμόσυνης, εξαγνιστικής βίας. Ήθελα ν’ ανοίξω τα χέρια μου, ν’ αφήσω τον άνεμο να με παρασύρει ψηλά και μακριά.
Απέναντι στην παρατημένη αλάνα του σιδηροδρομικού σταθμού, οι γκρίζες ράγες έμοιαζαν μ’ εκτεθειμένες φλέβες ενός σκοτωμένου ερπετού. Οι πανύψηλοι ευκάλυπτοι βούιζαν, ένας ήχος σπάνιος για την Αθήνα σαν είδος υπό εξαφάνιση.
Τι φώναζε ο αέρας; Τι έφερνε γρήγορα μέσα στην καρδιά του ζαλισμένου Ιουλίου;
Κοίταξα κάτω τους δρόμους. Ήταν άδειοι. Τι κουβαλούσε ο άνεμος μαζί του διαλαλώντας το σαν επίμονος πραματευτής στους δρόμους, στα γιαπιά με τις νεόδμητες πολυκατοικίες και στις βρώμικες έλικες των κλιματιστικών;
Ήμουν άραγε μονάχος σ’ αυτή την πόλη;
Τότε άκουσα τον ασημένιο ήχο να φτάνει ρυθμικά από τη γωνία του δρόμου. Καμπανάκια πλησίαζαν και μαζί τους γαβγίσματα ξεκάθαρα στη ροή του ανέμου.
Περίμενα ακίνητος κρατώντας την ανάσα μου χωρίς να ξέρω το γιατί. Πλησίαζε και τα καμπανάκια τραγουδούσαν, τα σκυλιά γάβγιζαν κι ένα ποδήλατο που πίσω του έσερνε ένα καρότσι σούπερ μάρκετ έστριψε στη γωνία στολισμένο και χαρούμενο σαν το έλκηθρο του Αϊ Βασίλη. Πάνω στο ποδήλατο ένας μουσάτος γέρος με μακρύ μαλλί και κόκκινο μαντίλι στο λαιμό έκανε ανέμελα πεντάλ σα να είχε βγει βόλτα. Ένα μεγάλο, πλατύγυρο καπέλο με κατακόκκινα φτερά ήταν ριγμένο στην πλάτη του. Οι γιρλάντες με τα καμπανάκια και τις πολύχρωμες κορδέλες σείονταν κι ανέμιζαν αναγγέλλοντας τον μαζί με τα μαδημένα κοπρόσκυλα που χοροπήδαγαν γύρω του κουνώντας τις ουρές τους.
Λίγο πριν φτάσει στο παρκάκι κάτω από την πολυκατοικία, ο γέρος σταμάτησε, ακούμπησε σταθερά τα πόδια του στην άσφαλτο κι έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από το τσεπάκι του πουκαμίσου του. Άναψε ένα τσιγάρο με το πάσο του και ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι κοιτώντας κατευθείαν προς το μέρος μου λες και ήξερε ότι ήμουν εκεί και τον κατασκόπευα.
Έκανα ν’ αποφύγω το βλέμμα του μα τελικά ανάγκασα τον εαυτό μου να συνεχίσει να τον κοιτά. Ο γέρος χαμογέλασε και σηκώνοντας το χέρι του μου έκανε νόημα να κατέβω. Δίστασα. Όμως ο άνεμος ήταν επίμονος. Μ’ έσπρωχνε ν’ απλώσω τα χέρια μου.
Φορώντας τη βερμούδα και τις σαγιονάρες μου κατέβηκα σχεδόν τρέχοντας. Ξαφνικά είχα την αίσθηση ότι έπρεπε να προλάβω κάτι. Μια φευγαλέα σύγκλιση στιγμών έτοιμων ν’ αποκαλύψουν ένα μεγάλο μυστικό. Βγαίνοντας από τη πολυκατοικία πήγαινα να βρω το σημείο σύζευξης ανάμεσα στις επιθυμίες και τη μοίρα.
Πόσο βαριά σκέψη, είπα στον εαυτό μου χαμογελώντας νιώθοντας την έξαψη να μεγαλώνει.
Ο αέρας έκανε τις φυλλωσιές των νεραντζιών να ψιθυρίζουν συνεχώς και τις σκιές στο πεζοδρόμιο να μοιάζουν με κεφάλια δαιμονισμένων γυναικών. Μια άγρια νύχτα.
Όταν έστριψα στη γωνία της πολυκατοικίας ο γέρος ήταν ακόμα εκεί και με περίμενε. Τα σκυλιά, πιστοί ακόλουθοι της μεγαλειότητας του, σα να είχαν καταλάβει ότι ο αφέντης τους απαιτούσε ησυχία είχαν καθίσει γύρω του παρατηρώντας με, με προσοχή. Ένιωσα ξανά ένα δισταγμό να με προτρέπει να κάνω επιτόπου μεταβολή και να επιστρέψω στην ασφάλεια των τεσσάρων τοίχων που χρόνια έκλειναν τη ζωή μου. Το βλέμμα του όμως με συγκράτησε.
Ο άνεμος ησύχασε ξαφνικά κι η σιωπή γίνηκε τόσο βαθιά που ήμουν σίγουρος ότι ο μηχανισμός του κόσμου είχε σταματήσει κι αυτός. Μονάχα εγώ κι ο γέρος που ρουφούσε με απόλαυση το τσιγάρο του ήμασταν ζωντανοί, προστατευμένοι σε κάποιο θύλακα της πραγματικότητας. Ή του ονείρου.
«Τι πουλάς;», τον άκουσα να ρωτά με αργή, βραχνή φωνή και με μάτια μισόκλειστα σα νυσταγμένη τίγρη.
Η ερώτηση του δε με ξάφνιασε αλλά με βρήκε χωρίς απάντηση.
«Δεν ξέρω. Δεν έχω τίποτα για πούλημα».
«Αλήθεια…; Κρίμα. Και πως θ’ αγοράσεις αυτό που θέλεις;»
Ξαφνικά θύμωσα από την ξιπασμένη σιγουριά της φωνής του. Το κατάλαβε και χαμογέλασε σαρδόνια.
«Όλοι πουλούν κι όλοι αγοράζουν. Έτσι γυρνά ο κόσμος φίλε και το ξέρεις. Γι’ αυτό σε ρωτάω: τι πουλάς;»
«Τι θέλεις να σου δώσω;»
Το χαμόγελο της νυσταγμένης τίγρης έγινε πιο πλατύ και κίτρινα κοφτερά δόντια γυάλισαν πίσω απ’ τα χείλη του.
«Κάτι βαρύ κι ασήκωτο».
Χαμογέλασα.
«Ίσως τελικά και να πουλάω κάτι, αν σ’ ενδιαφέρει», είπα και κοίταξα το στολισμένο καρότσι πίσω απ’ το ποδήλατο του, «Αλλά μπορεί να είναι πολύ βαρύ γι’ αυτό το καρότσι».
Ο γέρος άφησε τον καπνό να συρθεί νωχελικά απ’ το στόμα του και να σχηματίσει φευγαλέες λωρίδες κι ιδεογράμματα.
«Φίλε αυτό το καρότσι μπορεί να σηκώσει όλη τη γη αν βρω κάποιον να μου την πουλήσει».
«Τότε ίσως να θέλεις αυτό που πουλάω».
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Λοιπόν…, τι προσφέρεις;»
Ετοιμάστηκα να του πω αλλά εκείνος έκανε μια βιαστική τρομαγμένη κίνηση. Το χαμόγελο του εξαφανίστηκε.
«Όχι έτσι φίλε, όχι δυνατά. Απόψε φυσάει κι ο άνεμος είναι κλέφτης, πηγαίνει παντού ο άτιμος κι αρπάζει. Άμα αρπάξει κάτι…, καλά. Τότε ξέχνα το, το ‘χασες! Άκου με που σου λέω, κάτι ξέρω».
«Αφού το λες», είπα διασκεδάζοντας.
«Ακριβώς φίλε! Ξέρω τι σου λέω».
«Οπότε;»
Το νωχελικό χαμόγελο επέστρεψε θριαμβευτικά καθώς εκείνος γύρισε προς το καρότσι του. Τον είδα να κοιτάζει τη σαβούρα που κουβαλούσε και τελικά να διαλέγει ένα μικρό κουτί.
«Ορίστε», μου είπε δίνοντας το.
«Τι είναι αυτό;», τον ρώτησα κοιτώντας το κουτί με το χρυσό σκαλισμένο κούμπωμα και το κόκκινο λακαρισμένο ξύλο.
«Εκεί να βάλεις την προσφορά σου. Στο παγκάρι», μου είπε πονηρά.
Πήρα το κουτί και το άνοιξα. Για λίγο έμεινα άναυδος. Μέσα, ακουμπισμένη σαν οδαλίσκη σ’ ένα βαθυκόκκινο σατέν μαξιλάρι υπήρχε μια πένα. Ένα φίνο αντικείμενο φτιαγμένο από επιδέξια χέρια. Δίπλα στην πένα υπήρχε μια λευκή κάρτα.
«Γράψε την προσφορά σου», πρόσταξε ο γέρος.
Πήρα διστακτικά την πένα και την κάρτα δίνοντας πίσω τη θήκη. Εκείνος πέταξε το τσιγάρο και κράτησε τη θήκη ανοιχτή. Για μια στιγμή νόμισα πως διέκρινα κάτι σα θλίψη στα μάτια του. Κοίταξα τα ασημένια φύλλα και τα χρυσά λουλούδια που στόλιζαν την πένα και τα είδα να λικνίζονται ανεπαίσθητα λες κι ο Βοριάς είχε φυλακιστεί εκεί.
Την άνοιξα και κρατώντας την κάρτα στην παλάμη μου έγραψα την προσφορά μου. Κοίταξα τον γέρο. Το χαμόγελο του είχε γίνει αχνό. Μου έτεινε το κουτί κι εγώ έβαλα πίσω στο κρεβάτι της την πένα και την προσφορά μου. Έκλεισε το καπάκι με δύναμη κι ο βροντερός ήχος του έκανε τα μάτια των σκυλιών να δακρύσουν.
«Ωραία», είπε ο γέρος και πέταξε με αδιαφορία το κουτί πίσω στο καρότσι σα να ήταν το πιο ασήμαντο σκουπίδι του κόσμου, «Τώρα ή σειρά μου. Για να δούμε…», έκανε και κοίταξε σκεφτικός τα συμπράγκαλα στο καρότσι.
«Τουρουρού…., ρουρού…, ρου», μουρμούρισε καθώς το χέρι του αιωρήθηκε πάνω απ’ την σαβούρα του.
«Αυτό!», είπε τελικά και τράβηξε ένα κιτρινισμένο ρολό σα πάπυρο.
Γύρισε προς το μέρος μου.
«Ορίστε φίλε. Δικό σου».
Πήρα το ρολό και με μια περίεργη ανακούφιση να με κατακλύζει τον ρώτησα:
«Είναι αυτό που θέλω;»
«Είναι αυτό που θέλεις τώρα φίλε».
Ξαφνικά ένα απ’ τα σκυλιά έβγαλε ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό. Ο Βοριάς άρχισε πάλι να φυσά στους δρόμους της Αθήνας.
«Λοιπόν ώρα να φεύγω φίλε», είπε ο γέρος κι έπιασε το τιμόνι του ποδηλάτου.
Έκανα στην άκρη κοιτώντας τον να ξεκινά σα σπρωγμένος από τον αχό του αέρα. Ασημένια κουδουνάκια και κορδέλες χόρεψαν και σκυλιά ανέμισαν ουρές κι αυτιά.
Έμεινα να τον παρακολουθώ να στρίβει ανέμελα στο δρόμο. Καθώς χανόταν τον άκουσα να τραγουδά με βραχνή φωνή:
«Μια μέρα στην Αθήνα
μπούχτισα απ’ τη ρουτίνα
φιλάω τη γριά μου
κι απλώνω τα φτερά μου
κι όπου γουστάρω πάω
και τρέχει ο άνεμος μπροστά
τον ήλιο ακολουθάω
κι ο μήνας έχει εννιά…»

Τα ασημένια κουδουνάκια χάνονταν στο βάθος. Ο άνεμος σφύριζε πάλι στ’ αυτιά μου. Σφύριζε τις μεγάλες προσδοκίες.

3 σχόλια:

  1. Εσύ μπορεί να πεις πως είναι μια πρόχειρη ιστορία, όπως η κι η προηγούμενη που ανέβασες, αλλά δεν αποφασίζουμε εμείς. Έχουμε μια ιδέα που μας φαίνεται καλή τη συγκεκριμένη στιγμή (αλλιώς δε θα καθόμαστε να την υλοποιήσουμε), έχουμε μια ικανότητα στο λόγο (μικρή ή μεγάλη, αλλά δεδομένη) κι έχουμε και μια έμπνευση της οποίας η ένταση δεν είναι γνωστή ώσπου να ολοκληρωθεί το κείμενο και να μπορούμε να το δούμε με άλλο μάτι. Κι αυτά συνδυάζονται. Κι ό,τι βγει.

    Εμένα μου άρεσαν και οι δυο. Αυτή εδώ ίσως θέλει λίγη δουλειά, αλλά είναι καλές.


    Εντελώς ξεκάρφωτο: κι όμως, το σωστό είναι "πιλοτή" κι όχι "πυλωτή"

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ Λευτέρη για το σχόλιο και κυρίως τη διόρθωση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Φίλε μου,
    πολύ καλή η ιστορία σου, ένα όμορφο αστικό παραμύθι με φοβερή ατμόσφαιρα, αλλά το τέλος με άφησε ανικανοποίητο! Πολλά τα μυστήρια που δε λύθηκαν..

    ΑπάντησηΔιαγραφή