26 Ιουν 2011


3

Η τραπεζαρία του μοναστηριού αντίθετα μ’ ότι περίμενε η Αργυρώ ήταν πολύ μικρή και χαμηλοτάβανη. Με το ζόρι χωρούσε το μακρόστενο τραπέζι που ήταν βιδωμένο σα ξένο σώμα στο πάτωμα. Εκείνη κι η Χθονία μπήκαν μέσα σιωπηλές κρατώντας το βλέμμα χαμηλά. Όταν η μοναχή την οδήγησε στη θέση της και την έβαλε να καθίσει βρήκε το κουράγιο να σηκώσει το κεφάλι και να δει επιτέλους τις μέλλουσες αδελφές της.
Στην κεφαλή του τραπεζιού καθόταν η ηγουμένη Αβυσσαλέα. Το πρόσωπο της κάτω από το πιο έντονο φως της τραπεζαρίας δεν έδειχνε τόσο τρομαχτικό αλλά οι κενές κόγχες εξακολουθούσαν να της προκαλούν συναισθήματα φρίκης κι αηδίας.
Στα δεξιά της ηγουμένης είχε πάρει θέση η μοναχή Χθονία και στ’ αριστερά μια άλλη γυναίκα τόσο λεπτή και ψηλή που το ράσο πάνω της, την έκανε να μοιάζει με κείνα τα σκιάχτρα που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι άνθρωποι για να τρομάζουν τα πουλιά στα χωράφια τους. Ακόμα και το ακάλυπτο πρόσωπο της φαινόταν να έχει υποστεί κάποια συντριπτική πίεση παίρνοντας μια μακρόστενη, αλογίσια όψη. Η μοναχή κοίταζε επίμονα και σκυθρωπά τη Αργυρώ αναγκάζοντας τη να τραβήξει γρήγορα το βλέμμα της.
Απέναντι από τη Αργυρώ καθόταν μια νεαρή που επίσης φορούσε το γκρίζο ράσο της δόκιμης όπως κι ίδια. Στα λίγα δευτερόλεπτα που τα μάτια τους συναντήθηκαν η Αργυρώ είδε ένα έξυπνο, πονηρό βλέμμα και μάτια που αντίθετα με όλα τα άλλα, λαμπύριζαν γεμάτα ζωή και φως.
Δίπλα στην κοπέλα στεκόταν ακόμη μια δόκιμη που το ακάλυπτο και λευκό σα φεγγάρι πρόσωπο της έλαμπε με μια απόκοσμη ομορφιά. Το βλέμμα της όμως δεν είχε τίποτα από τη ζωντάνια της διπλανής της. Ήταν στραμμένο στο τραπέζι μπροστά της, αδιάφορο για την παρουσία της Αργυρώς ή οποιουδήποτε άλλου. Έδειχνε κουρασμένη ή άρρωστη.
Η ηγουμένη σηκώθηκε από τη θέση της κι όλες οι γυναίκες έστρεψαν την προσοχή τους σ’ εκείνη.
«Αδελφές μου, σήμερα είναι μια σημαντική μέρα για μας», άρχισε με το πρόσωπο της στο άπειρο, «γιατί σήμερα καλωσορίζουμε ένα καινούργιο μέλος στην αγκαλιά του σκοτεινού θεού μας. Καλωσορίζουμε τη δόκιμη Απύθμενη που ήρθε για ν’ αφιερώσει το σώμα και την ψυχή της στον σκοτεινό πατέρα του σύμπαντος.
Όλες μας γνωρίζουμε πόσο διστακτικοί είναι οι νέοι άνθρωποι απέναντι στη λατρεία μας. Και δεν τους αδικούμε γιατί ο κύριος μας είναι απαιτητικός από τους δούλους του και θέλει οι ψυχές τους να είναι σθεναρές και γενναίες για ν’ αντέξουν τη σκοτεινή αγάπη του. Αλλά είναι και γενναιόδωρος σ’ εκείνους που υποτάσσονται στη θέληση και τη σοφία του. Τους χαρίζει την αιωνιότητα του σκότους, την ύπαρξη πέρα από την ψευδαίσθηση του χρόνου και του χώρου. Πέρα από την ψευδαίσθηση των θνητών επιθυμιών. Τους χαρίζει την αλήθεια».
Η Αργυρώ ένιωσε μια ανατριχίλα να διατρέχει το σώμα της απ’ άκρη σ’ άκρη ακούγοντας τη φωνή της ηγουμένης να λέει αυτά τα λόγια πάθους χωρίς καθόλου πάθος.
«Παιδί μου, ο δρόμος που διάλεξες είναι δύσκολος», συνέχισε απευθυνόμενη στη Αργυρώ χωρίς ωστόσο ν’ αλλάξει τη θέση του προσώπου της. «Δύσκολος αλλά σωτήριος. Αν ανοίξεις τον εαυτό σου στο σκοτεινό θεό, αν ακουμπήσεις την ψυχή σου στην αγκαλιά του, τότε θα δεις πως όλα τα θνητά βάσανα δεν έχουν καμία σημασία. Αν δεχθείς το σκοτάδι μέσα σου, τότε όλος ο πόνος της ζωής θα χαθεί κι εσύ θα ζήσεις την αιώνια γαλήνη».
Του νεκρού, συμπλήρωσε αυθόρμητα στο μυαλό της η Αργυρώ.
«Η αδελφότητα μας όπως έχεις διαπιστώσει δεν είναι μεγάλη. Το μοναστήρι μας είναι ίσως υπερβολικά απρόσιτο και σκληρό για τις μαλθακές ψυχές κι έτσι ο αριθμός μας είναι μικρός. Ικανός όμως να διατηρεί τη… φλόγα της πίστης μας», είπε η ηγουμένη με μια υποψία χαμόγελου. «Έχεις γνωρίσει ήδη την αδελφή Χθονία που είναι υπεύθυνη για την κατήχηση των δόκιμων μοναχών. Αν έχεις οποιαδήποτε απορία ή χρειάζεσαι κάτι, η αδελφή Χθονία θα είναι εκεί για να σε ακούσει. Στ’ αριστερά μου είναι η αδελφή Περιρρέουσα. Είναι η φύλακας του ναού. Σ’ αυτήν ανήκουν τα περισσότερα ιερατικά καθήκοντα καθώς και η ομαλή λειτουργία των ζωτικών συστημάτων του μοναστηριού. Απέναντι σου είναι η δόκιμη Ζοφερή. Όπως κι εσύ είναι σχετικά καινούργια στο δρόμο του κυρίου και στο μοναστήρι».
Η Αργυρώ έριξε ακόμη ένα βιαστικό βλέμμα στην κοπέλα απέναντι που της επέστρεψε ένα αχνό χαμόγελο. Κι ήταν αρκετό για να της δώσει πίσω λίγο απ’ το χαμένο της κουράγιο. Ωστόσο δεν τόλμησε να της το ανταποδώσει.
«Δίπλα της είναι η δόκιμη Απρόσωπη. Είναι μαζί μας περισσότερο καιρό κι ετοιμάζεται να δεχθεί το χρίσμα. Σε λίγο θα είναι ολοκληρωμένη μοναχή όπως κι εμείς», τελείωσε με τις συστάσεις η ηγουμένη.
Η Αργυρώ ρίχνοντας ακόμη ένα βιαστικό βλέμμα στο κατατονικό πρόσωπο της τελευταίας κοπέλας δεν μπόρεσε να μη σκεφθεί πόσο ταιριαστό της ήταν αυτό το όνομα. Αναρωτήθηκε αν η ομορφιά της δόκιμης Απρόσωπης ήταν πάντα τόσο απρόσωπη. Για κάποιο λόγο δεν το πίστευε κι ο φόβος την τύλιξε πάλι κάνοντας τη να κατεβάσει το βλέμμα πίσω στο τραπέζι.
Μετά τα λόγια της ηγουμένης ακολούθησε μια σύντομη και παράξενη προσευχή που απάγγειλε με αναπάντεχα στεντόρεια φωνή η μοναχή Περιρρέουσα. Έπειτα ακολούθησε το άγευστο δείπνο τους μέσα σε ανυπόφορη σιωπή.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου