15 Ιουν 2011

Το μοναστήρι (συνέχεια)



1

Είδε ότι η Τίκι έκλαιγε. Έκλαιγε κοιτώντας τη πίσω από τις πλάτες των φρουρών που στέκονταν ανάμεσα σ’ εκείνη και το μεταγωγικό. Μα τι περίμεναν, αναρωτήθηκε κοιτώντας φευγαλέα τα ανέκφραστα πρόσωπα τους. Ότι θα σκεφτόταν να τους επιτεθεί; Ότι θα έπεφτε στα γόνατα κλαίγοντας γοερά και παρακαλώντας για έλεος;
Φοβόταν αλλά η περηφάνια της δε θα την άφηνε ποτέ να το δείξει. Όχι μπροστά τους τουλάχιστον. Άλλωστε ήξερε πως ότι κι αν έκανε δε θα άλλαζε κάτι.
Πήρε μια βαθιά θαρραλέα ανάσα και ρίχνοντας ένα τελευταίο βλέμμα τρυφερότητας στο γεμάτο ρυτίδες πρόσωπο της Τίκι, γύρισε και προχώρησε στον μουντό κόσμο πέρα από τα όρια της τριγωνικής πύλης στην οποία είχε δέσει το μεταγωγικό. Αμέσως η πύλη κατέβηκε από ψηλά και σφράγισε αθόρυβα πίσω της. Γύρισε φοβισμένη προς την αδιαπέραστη επιφάνεια που την είχε αποκόψει οριστικά από τον έξω κόσμο και για μια στιγμή ένα συναίσθημα ασφυξίας τη διαπέρασε σαν ηλεκτρικό ρεύμα.
Γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε τον χώρο που ανοιγόταν μπροστά της. Ένας τεράστιος διάδρομος. Μεγάλος σα λεωφόρος έμοιαζε να συνεχίζεται για πάντα ακριβώς όπως η οροφή που σχημάτιζαν οι κεκλιμένες πλευρές των τοίχων χανόταν σε μια σκοτεινή ασάφεια. Ήταν ολομόναχη και μονάχα ένα φτενό φως που ερχόταν από τεράστια ορθογώνια ανοίγματα στη στοά καταλάγιαζε λίγο το φόβο μέσα της.
Ερημιά.
Ήταν σίγουρη πως οι μοναχές θα την περίμεναν αλλά το μέρος έμοιαζε περισσότερο με άδειο μαυσωλείο παρά με μοναστήρι και για λίγο αναρωτήθηκε αν έπρεπε να μείνει εκεί που ήταν. Τελικά αποφάσισε ότι αυτό ήταν μάλλον ανόητο και προσπάθησε ξανά να διακρίνει κάτι στο βάθος της στοάς. Ν’ ακούσει κάποιον ήχο ζωής. Ανθρώπινης ζωής.
Ησυχία.
Κατέβηκε τα λίγα πλατιά σκαλιά από την πύλη μέχρι το διάδρομο κι άρχισε να τον διασχίζει όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Καθώς προχωρούσε όμως, τόσο ζωντάνευε μέσα της μια αίσθηση ότι το μέρος την παρακολουθούσε σιωπηλά ενώ εκείνη έμπαινε όλο και πιο βαθιά μέσα του.
Σύντομα ο απωθητικός, κρύος γιγαντισμός που διαπερνούσε τα πάντα έγινε αβάσταχτα καταπιεστικός. Ο διάδρομος συνεχιζόταν για πεντακόσια περίπου μέτρα όταν αναπάντεχα την οδήγησε σε ένα χάσμα. Στην ανατριχιαστική θέα προς το εσωτερικό τούτου του σκοτεινού κόσμου.
Γκρίζες λάμψεις, σαν στιγμιαίες ηλεκτρικές εκκενώσεις, σαν άηχες αστραπές μιας καταιγίδας διέλυαν το πυκνό σκοτάδι αποκαλύπτοντας ένα κολοσσιαίο βάραθρο κάτω από τα πόδια της. Μια μεταλλική γέφυρα ένωνε το σημείο όπου στεκόταν με την απέναντι πλευρά. Κι εκεί, θρονιασμένο στο βάθος και σε διαδοχικά στιγμιότυπα, η Αργυρώ είδε το μοναστήρι.
Ο οίκος του Άπωφη στεκόταν άκαμπτος σαν ένα παράξενο γεωλογικό μόρφωμα. Σαν το αποτέλεσμα αλλόκοτων τεκτονικών διεργασιών όπου ένα αφύσικο λιωμένο υλικό είχε πέσει από τον σκοτεινό ουρανό για να στερεοποιηθεί στιγμιαία πάνω στο μέταλλο. Μοιάζει με μάζα τεράστιων κουλουριασμένων φιδιών, σκέφτηκε με φρίκη.
Το όλο θέαμα την είχε κάνει να παγώσει και ίσως να μην είχε προχωρήσει παρά πέρα αν δε διέκρινε μια φιγούρα να διασχίζει αργά τη μεταλλική γέφυρα, κουβαλώντας ένα ασθενικό φως μαζί της.
Μια μαυροφορούσα γυναίκα πλησίασε αμίλητη τη Αργυρώ και σηκώνοντας ένα παλιομοδίτικο φανάρι με κερί, την εξέτασε προσεκτικά. Στο χλωμό φως η Αργυρώ αντίκρισε ένα φασκιωμένο με μαύρο ύφασμα πρόσωπο να λάμπει κιτρινιάρικο με ανέκφραστα πεθαμένα μάτια.
«Είμαι η αδελφή Χθονία. Καλωσορίσατε στο πανάγιο μοναστήρι του σκοτεινού θεού μεγαλειοτάτη», είπε η γυναίκα με φωνή επίπεδη σαν να ξεστόμιζε λέξεις χωρίς ουσιαστικό νόημα.
Απέναντι στο άδειο ύφος της μοναχής η Αργυρώ ένιωσε την απελπισία της να μεγαλώνει καθώς η τελευταία ελπίδα της για παρηγοριά βούλιαξε μέσα στο περιρρέον σκοτάδι.
«Σας ευχαριστώ αδελφή», απάντησε όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε στη μοναχή ενώ εκείνη, χωρίς απάντηση, της γύρισε την πλάτη αρχίζοντας να διασχίζει ξανά τη γέφυρα που οδηγούσε πίσω στο μοναστήρι. Η Αργυρώ την ακολούθησε κρατώντας μια απρόθυμη απόσταση καθώς ένα κακό προαίσθημα την τύλιξε πιο σφιχτά κι από το ράσο της μοναχής.
Από κοντά το συγκρότημα του μοναστηριού ήταν ακόμα πιο απωθητικό. Η μουντή, τεφρή επιφάνεια των τοίχων θύμιζε βλογιοκομμένο δέρμα έτοιμο να διαλυθεί στο πρώτο άγγιγμα· αλλά το άγγιγμα ήταν κάτι που η Αργυρώ ήθελε ν’ αποφύγει με κάθε τρόπο. Ένιωσε πως αν ακουμπούσε τούτο το υλικό, η αποσάθρωση θα μεταγγιζόταν και σ’ εκείνη. Θα διαπερνούσε το σώμα της φτάνοντας στα τρίσβαθα της ύπαρξής της και μέσα στο μυαλό της, μολύνοντας όλα εκείνα που αγαπούσε. Οι αναμνήσεις ήταν τώρα πια τα μοναδικά πράγματα που της είχαν απομείνει.
Μαζί με τη μοναχή διέσχισαν σιωπηλούς δαιδαλώδεις διαδρόμους και εσωτερικές αυλές, ανέβηκαν σκάλες και πέρασαν γιγάντιες σκοτεινές αίθουσες με μονολιθικούς κίονες ώσπου να φτάσουν στο προορισμό τους, μια ταπεινή και μικροσκοπική κλειστή πόρτα. Εκεί η αδελφή Χθονία σταμάτησε και χτυπώντας απαλά άνοιξε κάνοντας της νόημα να περάσει.
Η Αργυρώ πέρασε διστακτικά κι η πόρτα έκλεισε πίσω της απαλά. Μέσα το σκοτάδι λούφαζε παντού σαν παραχαϊδεμένο ζώο και μονάχα το απαλό φως ενός κεριού αγωνιζόταν να κάνει αισθητή την παρουσία του διαγράφοντας αμυδρά τα αντικείμενα του χώρου. Κοίταξε στο βάθος μια μορφή που καθόταν άκαμπτη πίσω από ένα γραφείο. Το κερί όμως δεν την βοήθησε να διακρίνει ποιος την περίμενε εκεί. Πίσω από το γραφείο ένα μεγάλο παράθυρο σπαρταρούσε από τις παράξενες ηλεκτρικές λάμψεις τυφλώνοντας την Αργυρώ και κάνοντας τη μορφή να χάνεται ακόμα περισσότερο στο ακαθόριστο.
«Πλησίασε», άκουσε μια βαθιά γοητευτική φωνή και την ίδια στιγμή ένιωσε τα μέλη της να χαλαρώνουν έτοιμα να υπακούσουν υπνωτισμένα στην εντολή.
Πλησίασε αργά και στάθηκε απέναντι στην γυναίκα που την είχε καλέσει. Στο φως μιας σύντομης λάμψης η Αργυρώ κατάφερε επιτέλους να δει το πρόσωπο της και με δυσκολία συγκράτησε ένα επιφώνημα φρίκης. Οι κόγχες των ματιών της μοναχής ήταν άδειες. Σαν δυο τρύπες στο τίποτα. Σαν δυο μαύρα φεγγάρια.
Συγκρατήσου!, πρόσταξε τον εαυτό της. Είναι απλά μια τυφλή γριά.
Η γυναίκα έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της και πήρε μια βαθιά ανάσα σα να οσμίζονταν τον αέρα.
«Σε φοβίζω;», ρώτησε.
«Όχι… κυρία», απάντησε θέλοντας απελπισμένα να στρέψει το βλέμμα της αλλού. Και θα μπορούσε να το είχε κάνει. Ήταν τυφλή, δε θα το καταλάβαινε, αλλά… αλλά είχε μυριστεί το φόβο της.
«Χαίρομαι κόρη μου. Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι την άσχημη όψη μιας γριάς», είπε και χαμογέλασε. «Αυτό υποθέτω είναι και το πρώτο σου μάθημα για το σκοτάδι: κρύβει την ασχήμια. Και την ομορφιά. Εξισώνει τα πάντα αποδεσμεύοντάς τα από τα δεσμά της εικόνας αφήνοντας να φανεί η αληθινή τους φύση. Είναι σπλαχνικό… δε συμφωνείς;»
Αισθάνθηκε υποχρεωμένη να συμφωνήσει.
«Είμαι η αδελφή Αβυσσαλέα και έχω την τιμή να προΐσταμαι στον άγιο τούτο οίκο», είπε διακόπτοντας απότομα την κατήχηση.
Η Αργυρώ έσκυψε συγκρατώντας μια ακόμα βιαστική ανάσα. Ώστε αυτή ήταν η ηγουμένη του μοναστηριού κι αυτό το πρόσωπο του καινούργιου της δεσμοφύλακα.
Σα να μάντεψε τις σκέψεις της η ηγουμένη Αβυσσαλέα, αποφάσισε να δώσει έναν πιο αυταρχικό τόνο στη φωνή της. «Το μοναστήρι μας είναι αρκετά αυστηρό όσον αφορά τους κανόνες. Οι δόκιμες μοναχές απαγορεύεται να κυκλοφορούν ασυνόδευτες στους χώρους του μοναστηριού. Αυτό είναι σημαντικό και αφορά εξίσου τα ιεραρχικά σας καθήκοντα όσο και λόγους ασφαλείας», είπε και συμπλήρωσε με έναν πιο σκεφτικό τόνο, «Το μέρος τούτο… είναι παλιό και πολλά πράγματα μέσα του λειτουργούν με τρόπους ακατανόητους για τους σημερινούς ανθρώπους βάζοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια τους. Οπότε θα σου συνιστούσα να πάρεις σοβαρά τις συμβουλές μου».
Η Αργυρώ έσκυψε το κεφάλι ασυναίσθητα. Μια ζωή είχε μάθει να ακολουθεί κανόνες και να κάνει ότι της έλεγαν. «Μάλιστα», ψιθύρισε άτολμα.
Η ηγουμένη χαμογέλασε ξανά.
«Επίσης οι ποινές είναι αρκετά αυστηρές για όσες δόκιμες ή μοναχές δεν τηρούν τις ώρες της προσευχής και της κατάκλισης. Καμιά, μα καμιά δεν επιτρέπεται να περιφέρεται ασκόπως τις ώρες αυτές. Και φυσικά η υπακοή στις εντολές των ανωτέρων σας είναι αδιαπραγμάτευτη».
Η Αργυρώ ένιωσε το στόμα της ξερό.
«Έχεις καμία απορία;», ρώτησε η ηγουμένη με μια φωνή που προσπαθούσε να ακουστεί τρυφερή αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να ακούγεται κουρασμένη.
«Όχι», απάντησε.
«Όχι, Αγία Μητέρα», τη διόρθωσε η ηγουμένη.
«Όχι, Αγία Μητέρα», επανέλαβε πειθήνια η Αργυρώ.
«Ωραία λοιπόν. Η αδελφή Χθονία θα σου δείξει το δρόμο για το κελί σου και θα σου εξηγήσει τις λεπτομέρειες».
Η Αργυρώ ένιωσε ένα χέρι να την αγγίζει στον αγκώνα και τινάχτηκε γυρνώντας ξαφνιασμένη. Η αδελφή Χθονία στεκόταν δίπλα της άηχη σαν φάντασμα και την κοίταζε περιμένοντας. Στο παράξενο φέγγος τα μάτια της έδειχναν ακόμα πιο πεθαμένα από πριν. Πιο άδεια κι από τις άδειες κόγχες της ηγουμένης.
«Αδελφή, οδηγήστε σας παρακαλώ τη δόκιμη Απύθμενη».
«Απύθμενη;», επανέλαβε αυθόρμητα η Αργυρώ.
«Είναι το καινούργιο σου όνομα. Συνήθισε το. Σύντομα θα ξαναγεννηθείς μέσα από το σκοτάδι κι αυτό θα είναι το όνομα σου».
Η Αργυρώ ένιωσε την απελπισία να επιστρέφει βαριά μέσα της έτοιμη να συνθλίψει τη θέληση για ζωή, έτοιμη να την κάνει να κλάψει σαν μικρό παιδί. Δάγκωσε δυνατά τα χείλη της αρνούμενη να υποκύψει.
Το αδύναμο τράβηγμα της αδελφής Χθονίας την επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Μάλιστα», είπε και γύρισε ν’ ακολουθήσει την μοναχή που έβγαινε ήδη από την πόρτα του γραφείου της ηγουμένης.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου