4
Μετά το δείπνο η μικρή ομάδα τους με επικεφαλής την ηγουμένη Αβυσσαλέα κατευθύνθηκε στο ναό του μοναστηριού για την τελευταία λειτουργία της μέρας.Ο ναός τοποθετημένος στο κέντρο του μοναστηριού, σφιχτά κλεισμένος στην αγκαλιά του, ήταν στ’ αλήθεια και το πιο επιβλητικό κομμάτι του. Για κάποιο λόγο αντικρίζοντας τον, η Αργυρώ θυμήθηκε εκείνους τους αιχμηρούς, γοτθικούς ναούς του μακρινού ανθρώπινου παρελθόντος, πίσω στη Γη.
Καθώς διέσχιζαν μια γιγάντια εσωτερική πλατεία, διαπίστωσε ότι το παράξενο δομικό υλικό του μοναστηριού συστρεφόταν σε παραμορφωμένες οργανικές δομές, δημιουργώντας τους πύργους, τ’ ανοίγματα, τα τόξα και τ’ αντερείσματα του ναού που ήταν αφιερωμένος στον Άπωφη. Και στο κέντρο όλου εκείνου του φαιού τερατουργήματος έστεκε σα στόμα μια ανοιχτή πύλη οδηγώντας σε απόλυτο σκοτάδι.
Όσο πλησίαζαν τόσο θέριευε μέσα στη Αργυρώ η φωνή που της έλεγε να κάνει πίσω, να σταματήσει τα βήματα της και να κάνει επιτόπου στροφή φεύγοντας όσο πιο μακριά γινόταν από εκείνο το μέρος.
Τη στιγμή της απόγνωσης όμως, ένιωσε ξαφνικά ένα χέρι να σφίγγει για λίγο το δικό της κι έπειτα ν’ απομακρύνεται γρήγορα. Γύρισε και κοίταξε τη Ζοφερή που περπατούσε δίπλα της. Η κοπέλα την κοίταξε με μια έκφραση σιωπηλής υποστήριξης που έκανε τον ξαφνικό φόβο μέσα της να υποχωρήσει. Αλλά όχι αρκετά.
Τελικά η ομάδα των αμίλητων γυναικών μπήκε μέσα στον ναό με αργό τελετουργικό βάδισμα. Το σκοτάδι τις κατάπιε.
Για μερικές στιγμές η Αργυρώ ένιωσε μια διαπεραστική ψύχρα να τρυπά το σώμα της κι έπειτα ένα μούδιασμα ν’ απλώνεται σαν κύμα. Ασυναίσθητα αναζήτησε ξανά το χέρι της Ζοφερής αλλά αντί γι’ αυτό ένιωσε ένα σκληρό χέρι να την τραβά και να την οδηγεί κάπου.
Άφησε μια πνιχτή κραυγή.
Μέσα στο σκοτάδι το μόνο που μπορούσε ν’ αντιληφθεί ήταν τα στιγμιαία γεωμετρικά σχέδια που έφτιαχναν τα μάτια της και τα σουρσίματα από τις κινήσεις των άλλων. Παρόλο τον φόβο της δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί πως κατάφερναν οι μοναχές να βρίσκουν το δρόμο τους μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Υπέθεσε πως ήταν εξοικειωμένες με το χώρο έπειτα από τόσα χρόνια εδώ. Αλλά κι αυτή η λογική υπόθεση δεν κατάφερε να διώξει το φόβο απέναντι στο άγνωστο που έκρυβε το σκοτάδι.
Τι έκρυβε το σκοτάδι;
Η ερώτηση αιωρήθηκε μέσα της καθώς το χέρι οδηγός την ανάγκασε να γονατίσει. Για μια στιγμή επικράτησε απόλυτη σιωπή.
Έπειτα άκουσε έναν ψίθυρο να ελίσσεται σα φίδι γύρω της. Φωνές να ψέλνουν σε μια ακατανόητη γλώσσα και λαρυγγισμούς να έρχονται σε ριπές από διάφορες κατευθύνσεις θολώνοντας την αντίληψη της.
Ο ρυθμός της ψαλμωδίας άρχισε να γίνεται όλο και πιο γρήγορος, όλο και πιο επιτακτικός κι η Αργυρώ από κάποιο πρωτόγονο ένστικτο επιβίωσης ήξερε ότι αυτό που άκουγε δεν ήταν δέηση. Ήταν πρόσκληση. Σε κάτι που δεν είχε θέση στον κόσμο των ανθρώπων. Μια επίκληση σε κάτι που ζούσε μέσα στην υφή του σκότους. Σε κάτι απόλυτο.
5
Αυτό που την παραξένεψε στην αρχή, όταν άνοιξε τα μάτια της, ήταν πως τα είχε προηγουμένως κλειστά. Δε θυμόταν κάτι τέτοιο. Έπειτα την παραξένεψε ότι αυτό που αντίκριζε ήταν το μεταλλικό ταβάνι του κελιού της. Επίσης δε θυμόταν να έχει επιστρέψει εδώ. Και τέλος την παραξένευε ο ρυθμικός μηχανικός ήχος που άκουγε να χτυπά.
Γύρισε το κεφάλι και είδε ότι ήταν μόνη. Ο ήχος ερχόταν από την κλειστή πόρτα του κελιού. Ανασηκώθηκε και την κοίταξε ανήσυχη. Ο ήχος σταμάτησε απότομα και μετά από ένα σύντομο κλικ η πόρτα άνοιξε. Η Αργυρώ είδε πίσω της να στέκεται μ’ ένα επιφυλακτικό βλέμμα η δόκιμη που της είχαν συστήσει ως Ζοφερή.
Η κοπέλα μπήκε μέσα κι η πόρτα έκλεισε αυτόματα πίσω της. Η Αργυρώ εξακολουθούσε να την κοιτάζει άφωνη καθώς εκείνη την πλησίασε και κάθισε δίπλα της μ’ ένα πλατύ, πονηρό χαμόγελο.
«Επιτέλους!», ήταν τα πρώτα λόγια της κοπέλας. «Νόμιζα ότι δε θα τέλειωνε ποτέ αυτή η μέρα», συμπλήρωσε και μ’ έναν βαθύ αναστεναγμό τράβηξε απότομα την καλύπτρα του κεφαλιού της αποκαλύπτοντας έναν χείμαρρο μελαχρινών μαλλιών. Χωρίς το πλαίσιο του ράσου έδειχνε ακόμα πιο αποφασιστική, σχεδόν εκτός τόπου και χρόνου μέσα στους κανόνες ενός μοναστηριού.
«Λοιπόν αδελφή Απύθμενη ποιο είναι το πραγματικό σου όνομα;», τη ρώτησε.
Η Αργυρώ κατάφερε να ξυπνήσει από την έκπληξη και να της ανταποδώσει το χαμόγελο. «Αργυρώ. Με λένε Αργυρώ», απάντησε.
«Ωραίο είναι! Σίγουρα καλύτερο από το Απύθμενη. Άκου Απύθμενη!»
«Ή Ζοφερή!», πρόσθεσε εκείνη.
«Μη μου το θυμίζεις. Ουρανία με λένε», δήλωσε κατηγορηματικά.
«Πως κατάφερες να μπεις μέσα; Νόμιζα ότι ήταν κλειδωμένη».
«Ήταν κλειδωμένη. Απλά έχω μερικούς άσσους στο μανίκι μου», της απάντησε δείχνοντας της ένα μικρό και λεπτό σα φύλλο αντικείμενο.
«Τι είναι αυτό;»
Η Ουρανία ξάπλωσε άνετα στο κρεβάτι δίπλα της και της έκλεισε το μάτι.
«Αυτό είναι ένας υποκλέπτης».
«Υποκλέπτης;», έκανε εκείνη και κάθισε διστακτικά δίπλα της.
«Μπορεί να διαβάζει τους κωδικούς ασφαλείας στις κλειδαριές. Σε παλιού τύπου κυρίως όπως αυτές εδώ», εξήγησε.
«Μακάρι να είχα κάτι τέτοιο», είπε σκεφτική.
Η Ουρανία χαμογέλασε σηκώνοντας το ένα φρύδι της. «Για να είχες κάτι τέτοιο, θα 'πρεπε να ήσουν κόρη του πατέρα μου», είπε κι έκρυψε στις πτυχές του ράσου της τον υποκλέπτη.
Η Αργυρώ την κοίταξε με απορία.
«Άστο, είναι μεγάλη ιστορία», απάντησε η κοπέλα και ξαφνικά πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο. «Καταλαβαίνεις ότι πρέπει να φύγουμε απ’ αυτό το μέρος, έτσι δεν είναι; Δεν ξέρω τι γίνεται εδώ αλλά αυτές οι γυναίκες είναι τρελές! Στ’ αλήθεια τρελές ή κάτι ακόμα χειρότερο», είπε με ένταση.
«Μπορούμε να φύγουμε απ’ δω;», ρώτησε εκείνη μ’ ελπίδα.
Η Ουρανία κοίταξε την κλειστή πόρτα του κελιού κι έπειτα την Αργυρώ.
«Μπορούμε να προσπαθήσουμε. Εγώ αυτό κάνω. Δεν έχω σκοπό να κάτσω εδώ με σταυρωμένα χέρια και να τις αφήσω να μου κάνουν… ότι κάνουν τέλος πάντων», απάντησε εκείνη.
Η Αργυρώ σηκώθηκε κι εκείνη από το κρεβάτι. «Ουρανία, τι συνέβη στο ναό; Δε θυμάμαι τίποτα. Μονάχα σκοτάδι και παράξενες φωνές κι έπειτα ξύπνησα εδώ».
Η Ουρανία πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Δεν ξέρω· μακάρι να ‘ξερα. Και σε μένα το ίδιο έγινε. Δεν είναι η πρώτη φορά. Κάθε μέρα γίνεται το ίδιο. Πηγαίνουμε σ’ εκείνο το φρικτό μέρος κι έπειτα ξυπνάω στο κρεβάτι μου χωρίς να θυμάμαι τίποτα», απάντησε τυλίγοντας τα χέρια της γύρω από το σώμα της. «Γι’ αυτό σου λέω. Πρέπει να με βοηθήσεις. Να βρούμε μια έξοδο από εδώ πριν καταλήξουμε κι εμείς σαν τη Φωτεινή».
«Τη Φωτεινή;»
«Ναι, την αδελφή Απρόσωπη!»
«Τι εννοείς; Φαινόταν…»
«Το είδες; Μοιάζει σα ρομπότ! Δεν ήταν έτσι όμως. Συνέβη λίγο πριν έρθεις. Τον πρώτο καιρό ήταν κανονική, όπως εσύ κι εγώ. Αλλά πριν μερικές μέρες, ξαφνικά δεν την αναγνώριζα. Πήγαινα στο κελί της κι ήταν σα να έβλεπα κάποια άλλη».
Η Αργυρώ ανατρίχιασε στη σκέψη ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί και σε κείνη. Για κάποιο λόγο το μοχθηρό χαμόγελο του θείου της επέστρεψε στο μυαλό της.
«Στο λέω Αργυρώ πρέπει να φύγουμε από δω! Θα με βοηθήσεις;», είπε η άλλη κοπέλα σχεδόν με απόγνωση και την κοίταξε σταθερά στα μάτια.
Ξαφνικά μέσα της ξύπνησε μια ισχυρή επιθυμία να ξεφύγει από τα πάντα. Από αυτό το φρικτό μέρος κι από όλο της το παρελθόν.
«Θα σε βοηθήσω. Όμως υποσχέσου μου πως όταν… αν φύγουμε από δω, θα με πάρεις μαζί σου».
«Μαζί μου;», έκανε η Ουρανία.
«Ναι. Δεν έχω κανέναν πια. Δεν μπορώ να εμπιστευθώ κανέναν».
Η Ουρανία χαμογέλασε και της έσφιξε τα χέρια.
«Σύμφωνοι!»
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου